Γέλα μου

Πρώτη φορά στα μάτια σου το δάκρυ είδα
ειλικρινά λυπήθηκα πολύ
τα μάτια σου μια παιδική ασπίδα
τα ‘χασα κι ένοιωσα μικρό παιδί

Γέλα μου όπως κι εχτές γέλα μου
στα μάτια σου δε θέλω άλλα δάκρυα
γέλα μου όπως κι εχτές γέλα μου
και πάρε μ’ από δω, και πάρε μ’ από δω
σ’ άλλον πλανήτη σ’ άλλη γη μακρυά

Είναι στιγμές που χάνομαι μαζί σου
χάνω το χρόνο δεν τη νοιώθω τη στιγμή
στο πρόσωπό σου βλέπω κάποια θλίψη
σα να τη χάνεις μια για πάντα τη ζωή

Τα μάζεψα τα πράγματα

Τα μάζεψα τα πράματα
κι έφυγα από το σπίτι
καλύτερα μονάχος μου
ελεύθερο σπουργίτι

Και μη ρωτάς που πάω
μη ρωτάς που ζω
Φταις εσύ που φτάσαμε στο χωρισμό
Τα μάζεψα τα πράματα
κι έφυγα από το σπίτι

Δε φτάνουνε τα βάσανα
έχω και τα δικά σου
τα μάζεψα τα πράματα
και φεύγω μακριά σου

Τα μάζεψα τα πράματα
κι έφυγα από το σπίτι
καλύτερα μονάχος μου
ελεύθερο σπουργίτι

Εμεινα εδώ

Κάποιο βράδυ σου ‘χα πει πως θέλω
να γυρίσω όλο το κόσμο, όλο το κόσμο
Και συ μου γέλασες γλυκά και μου πες
το φιλί μου μυρίζει δυόσμο, μυρίζει δυόσμο

Κάποιο βράδυ σου ‘χα πει πως θέλω
να πετάξω σαν πουλί πάνω από το κόσμο
Και συ ζωγράφισες φτερά σ’ ένα λευκό χαρτί
και μου πες φως μου, μη φύγεις φως μου

Κι έμεινα εδώ να μη σου λείψει τίποτα
Έμεινα εδώ να μη φοβηθείς
Να μη μείνεις μόνη σου και ‘Γή στο τίποτα
Έμεινα εδώ να μη μαραθείς

Κάποιο βράδυ μου ‘χες πει πως πρέπει
να γεννήθηκα για σένα, μόνο για σένα
Και ‘γω σε πήρα αγκαλιά και χάθηκα
στα μάτια σου τα μαγεμένα, τα μαγεμένα

Κάποιο βράδυ μου ‘χες πει πως δε μπορείς
να ζήσεις μια στιγμή χωρίς εμένα
Και ‘Γή δε μίλησα ξανά
γιατί στα χέρια μου είχα εσένα μόνο εσένα

Σπασμένο καράβι

Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθιά έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά να κοιμάμαι

Να ‘ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί που θα γείρω

Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθιά έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά να κοιμάμαι

Να ‘ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά έτσι να ‘ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές το φεγγάρι

Έτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό έτσι να ‘μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό να κοιμάμαι

Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει
οι δρόμοι θά ‘ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενητεμένοι
αέρας θα με παρασέρνει σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ’ αποκοιμηθεί μέσ’ τα ερείπεια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράματα του μύθου οι φίλοι μου και οι εχθροί
μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν

Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετίσω το φρουρό
χωρίς βουή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ